Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012


Posted by : Mr. Blog | 30 Σεπ 2012 | Published in

ΝΑΝΤΙΑΣ Β. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Ο Σινού και η Νεράιδα
Το κείμενο που ακολουθεί έλαβε το 1ο βραβείο στο 10ο Πανελλήνιο διαγωνισμό παραμυθιού, μεταξύ 18.000 μικρών συγγραφέων παραμυθιών

Μια φορά κι έναν καιρό στο χωριουδάκι πλάι από το βασίλειο των παραμυθιών ζούσε ένα μικρό αγόρι, ο Σινού.

Ένα απόγευμα, καθώς ο Σινού έκανε βόλτα στο δάσος, είδε μια νεραϊδούλα που ζητούσε βοήθεια. Έτρεξε κοντά της και με πολλή προσοχή ελευθέρωσε το φτερό της, που είχε πιαστεί στο κλαράκι μιας βελανιδιάς. «Θέλω να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες», του είπε η νεραϊδούλα. «Άνοιξε την παλάμη σου». Και του έδωσε ένα μικρό κλειδάκι σαν φασολάκι, που έλαμπε λες και ήταν από καθαρό χρυσάφι, παράξενο, με πολλά διαμαντάκια και η λαβή του σχημάτιζε μια καρδιά.
-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Σινού.
-Αυτό είναι το μαγικό κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες των επιθυμιών σου. Ό,τι ποθείς μέσα στην καρδιά σου ανοίγεις την πόρτα και το έχεις. Σκέψου, Σινού, τι θέλεις πιο πολύ, είπα η νεράιδα και χτυπώντας τα φτερά της εξαφανίστηκε.

Ο Σινού έμεινε σαστισμένος για αρκετή ώρα νομίζοντας πως βλέπει όνειρο, μα σε λίγο ανοίγοντας την παλάμη του είδε μέσα της να γυαλίζει το κλαδάκι. Μέσα στο χέρι του κρατούσε όλο τον κόσμο, μπορούσε να έχει ό,τι επιθυμούσε. Αλλά τι να ήταν αυτό; Ο Σινού ζούσε σε ένα φτωχό χωριουδάκι με φτωχούς γονείς που αγωνίζονταν για να ζήσουν. Θα μπορούσε να ζητήσει πλούτη, χρήματα, σπίτια, χωράφια, πολλά ζώα, ό,το φαγητό ήθελαν για να ζουν σαν βασιλιάδες και ο κόσμος να τους σέβονταν και να τους ζήλευε. Ναι! Αυτό θα ζητούσε. Τι άλλο να θέλει γι’ αυτόν και την οικογένειά του; Θα ζούσαν πλούσια αυτός, οι γονείς του και τα άλλα τρία αδέρφια του. Μα στο μυαλό και στην καρδιά του Σινού από τότε που κατάλαβε τον κόσμο ήταν μια άλλη επιθυμία που χρόνια τον τυραννούσε. Ο Σινού ζούσε δίπλα στο βασίλειο των παραμυθιών. Εκεί μέσα ζούσαν και δημιουργούνταν όλα τα παραμύθια και μέχρι τώρα κανείς άνθρωπος ποτέ δεν μπόρεσε να μπει. Αυτός που θα το κατάφερνε θα δοξαζόταν.

Όλοι οι άνθρωποι θα μιλούσαν γι’ αυτόν για χρόνια. Θα έλεγαν την ιστορία στα παιδιά και στα εγγόνια τους και στα εγγόνια των εγγονιών τους. Το όνομά του θα έμενε στην ιστορία, θα γινόταν και αυτός παραμύθι. Μα το βασίλειο των παραμυθιών ήταν χωμένο μέσα στο πυκνό δάσος που τώρα βρισκόταν μπροστά του ο Σινού. Μα εγώ έχω το κλειδί! Ναι! Ναι! Αυτό επιθυμούσε η ψυχή του και η ψυχή όλων των παιδιών: να μπουν μέσα στα παραμύθια, να ζήσουν το όνειρο. Ο Σινού ήταν σίγουρος ότι θα πήγαινε στο δάσος, θα έβρισκε το κάστρο και θα έμπαινε στον κόσμο των παραμυθιών.

Και τώρα βρίσκονταν στην αρχή του δάσους, μπροστά στην τεράστια βελανιδιά που στα κλαδιά της είχε μπλεχτεί η νεράιδα. Μα αν χαθώ; Σκέφτηκε. Θα με ψάχνουν και θα στεναχωρηθούν. Θα τους δείξω πού πήγα, σκέφτηκε, έβγαλε το μαντίλι που είχε στο λαιμό του και το έδεσε σε ένα κλαδί στη βελανιδιά. Εξάλλου δεν θα αργήσω πολύ. Θα μπω στο δάσος και εάν δεν βρω το κάστρο θα γυρίσω πίσω.

Ο Σινού έκανε ένα μεγάλο βήμα και μπήκε με θάρρος μέσα στο δάσος. Γύρω υπήρχαν τεράστια δέντρα με μεγάλα φύλλα, μεγάλοι θάμνοι και πολλά πολύχρωμα λουλούδια. Ο Σινού θαμπώθηκε από την ομορφιά του τοπίου και περπατούσε αμέριμνος. Μα πουθενά δεν φαινόταν κανένας για να ρωτήσει πού είναι το κάστρο. Πώς θα το έβρισκε; Ξαφνικά πίσω από ένα μεγάλο θάμνο είδε κάτι να κουνιέται. Ο Σινού φοβήθηκε λίγο αλλά από περιέργεια πήγε να δει. Σσσστττ, μην κάνεις φασαρία, άκουσε μία φωνή. Έλα εδώ και κρύψου, του είπε η φωνή.

Ο Σινού πήγε πίσω από το θάμνο. Ένα κοριτσάκι με κόκκινα ρούχα και ένα καλαθάκι με φαγητά κρυβόταν από πίσω.
-Ποια είσαι; ρώτησε.
-Μη φωνάζεις. Περίμενε να φύγει ο λύκος.
-Μα δεν υπάρχει κανένας λύκος, είπε ο Σινού.
-Ε, τότε πάμε.
-Πού να πάμε;
-Στη γιαγιά μου. Είναι άρρωστη και της πάω φαγητό.
-Εγώ ψάχνω το βασίλειο των παραμυθιών. Μήπως ξέρεις το δρόμο; Δεν έχω καιρό για χάσιμο.
-Ο δρόμος είναι ένας. Αυτός προς το σπίτι της γιαγιάς μου.

Ο Σινού διστακτικά ξεκίνησε μαζί της αφού δεν είχε άλλη επιλογή. Ήταν το μόνο άτομο που βρήκε στο δάσος και έπρεπε να το πιστέψει. Το κοριτσάκι περπατούσε γρήγορα κοιτώντας συνέχεια για το λύκο, όπως έλεγε, μα ο Σινού δεν καταλάβαινε, αφού λύκος δεν υπήρχε πουθενά. Σε ένα ξέφωτο ο Σινού είδε κάτι πολύ παράξενο. Τρία γουρουνάκια με εργατικές φόρμες έχτιζαν ένα πολύ όμορφο σπιτάκι.
-Τι γίνεται εκεί; ρώτησε ο Σινού.
-Μην ασχολείσαι. Κι αυτοί τον λύκο φοβούνται. Περπάτα, μην αργείς.
Σε λίγο φτάσανε έξω από ένα μικρό σπιτάκι.
-Εδώ είναι η γιαγιά μου. Έλα να φάμε.
-Όχι, είπε ο Σινού, βιάζομαι, πρέπει να βρω το κάστρο.
-Καλό δρόμο να ‘χεις!
-Ευχαριστώ, είπε ο Σινού και συνέχισε μόνος στο δάσος.

Σε λίγο άκουσε πίσω του δυνατά βήματα, γύρισε και τι να δει. Ένας γάτος με κάτι μεγάλες μπότες περπατούσε βιαστικός.
-Συγγνώμη, είπε ο Σινού, μήπως ξέρεις το δρόμο για το βασίλειο των παραμυθιών;
-Το ποιο; Δεν έχω ακούσει για κάτι τέτοιο κι ο δρόμος στο δάσος είναι ένας. Και εγώ, φίλε μου, βιάζομαι, πρέπει να κάνω τον αφέντη μου βασιλιά. Εάν θες έλα μαζί μου. Μόλις γίνει ο αφέντης μου βασιλιάς, θα περάσουμε όλοι μια χαρά.
-Όχι, είπε ο Σινού, ευχαριστώ, εγώ ψάχνω άλλο πράγμα.
-Δεν ξέρω, είπε ο γάτος, πιο πέρα είναι ένα σπίτι, ρώτα εκεί, είπε κι έφυγε τρέχοντας.
Ο Σινού συνέχισε μόνος στο δρόμο. Σε λίγο βρέθηκε μπροστά σε ένα πολύ όμορφο σπιτάκι με μια τεράστια καμινάδα που κάπνιζε. Πήγε και χτύπησε την πόρτα.
-Έρχομαι, έρχομαι, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή. Του άνοιξε μια κοπέλα που πιο όμορφη δεν είχε ξαναδεί. Ήταν κάτασπρη σαν το χιόνι.
-Έλα μέσα, του είπε.
-Μπα, ψάχνω το βασίλειο των παραμυθιών, μήπως ξέρεις πού είναι;
-Δεν έχω ακούσει τέτοιο πράγμα, είπε η κοπέλα. Ο δρόμος είναι ένας. Έλα μέσα να φας μαζί μας, σε λίγο θα έρθουν και οι φίλοι μου.

Ο Σινού είδε μέσα από την πόρτα ένα στρωμένο τραπέζι με εφτά μικρές καρέκλες, εφτά μικρά πιάτα και εφτά μικρά ποτήρια. Στο βάθος φαινόταν ένα δωμάτιο με εφτά μικρά κρεβάτια.
-Ποιος μένει εδώ; ρώτησε.
-Οι φίλοι μου οι νάνοι, είπε η κοπέλα. Κάθισε να φας μαζί μας και να τους γνωρίσεις.
-Ευχαριστώ, είπε ο Σινού, δεν πεινάω και έχω δουλειά, θα φύγω.


Ο Σινού συνέχισε τον δρόμο του και άρχισε να χάνει τις ελπίδες του για να βρει το κάστρο, μιας και μέχρι τώρα κανένας δεν είχε ακούσει γι’ αυτό. Αφηρημένος όπως ήταν, άκουσε πίσω του φασαρία, πολλές φωνές ανθρώπων και άλογα να τρέχουν. Κάποιος φώναζε:
-Στην άκρη, στην άκρη, να περάσει ο πρίγκιπας!
Ο Σινού γύρισε και είδε έναν νέο ντυμένο σαν βασιλιά πάνω σε ένα άλογο που τον ακολουθούσαν έξι στρατιώτες οπλισμένοι με σπαθιά και τρεις σύμβουλοι ντυμένοι με βαριές στολές που γυάλιζαν. Ο Σινού χάρηκε γιατί ο πρίγκιπας σίγουρα θα γνώριζε για το κάστρο που έψαχνε. Έκανε νόημα με το χέρι του και η παρέα σταμάτησε.
-Τι θες; ρώτησε ο πρίγκιπας.
-Ψάχνω το βασίλειο των παραμυθιών και το κάστρο του, είπε ο Σινού.
-Δεν ξέρω άλλο κάστρο από το δικό μου, είπε ο πρίγκιπας, και βιάζομαι. Ψάχνω μία όμορφη κοπέλα που την γνώρισα προχθές στον χορό που έκανα. Έφυγε χωρίς να μου πει ποια είναι και το μόνο που έχω από αυτήν είναι το γοβάκι της, είπε και έδειξε στο Σινού ένα πανέμορφο γυάλινο γοβάκι.
-Μήπως είδες μια τέτοια κοπέλα με ένα γοβάκι; ρώτησε ο πρίγκιπας.
-Όχι, έγνεψε ο Σινού με το κεφάλι του.
–Τέλος πάντων, είπε ο πρίγκιπας. Ο δρόμος είναι ένας. Εάν δε βρεις το κάστρο μέχρι το τέλος του, δεν θα υπάρχει. Και χτυπώντας το άλογό του έφυγε μαζί με την παρέα του, σηκώνοντας πολλή σκόνη.

Ο Σινού άρχισε να περπατάει βιαστικά.
-Θα τελειώσω τον δρόμο, είπε, και μετά θα γυρίσω πίσω. Φαίνεται πως το βασίλειο των παραμυθιών ήταν παραμύθι!

Μετά από πολύ περπάτημα είχε κουραστεί πολύ. Κάτω από το δέντρο είδε μία κατσίκα με επτά κατσικάκια που έπαιζαν χοροπηδώντας εδώ και εκεί. Η κατσίκα τα φώναζε συνέχεια να μη φεύγουν μακριά και να προσέχουν τον λύκο. Ο Σινού πλησίασε και τους χαιρέτισε. Ρώτησε και αυτούς για το κάστρο. Τότε η κατσίκα του είπε κάτι που τον έκανε πολύ χαρούμενο: Μια φορά που έψαχνε τροφή για τα μικρά της, εκεί κάτω στη μεγάλη βελανιδιά, βρήκε μια τεράστια πόρτα σκεπασμένη με κλαδιά και κισσούς, αλλά δεν ξέρει εάν ήταν πόρτα από κάστρο. Ο Σινού ρώτησε πού είναι. Η κατσίκα του έδειξε στο βάθος του δρόμου την μεγάλη βελανιδιά. Ο Σινού την ευχαρίστησε και άρχισε να τρέχει προς τα εκεί. Σε λίγο βρέθηκε μπροστά στο τεράστιο δέντρο, που του φάνηκε λίγο γνωστό. Έψαξε με τα χέρια του μέσα στα φυλλώματα και έπιασε κάτι μεταλλικό. Έκοψε με αγωνία τα φύλλα και μπροστά του φάνηκε μια τεράστια πόρτα.
-Επιτέλους, το βρήκα! φώναξε.
Έβγαλε γρήγορα το κλειδί από την τσέπη του και το έβαλε στην κλειδαριά. Το κλειδί ταίριαξε, αλλά δεν γυρνούσε μέσα και ο Σινού άρχισε να το γυρνάει με δύναμη.
Νευριασμένος έσπρωξε δυνατά την πόρτα και είδε με έκπληξη ότι η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη και άνοιξε.

Με φόβο και περιέργεια πέρασε μέσα. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα όταν κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά στη μεγάλη βελανιδιά απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ταξίδι του. Το μαντίλι του κρεμόταν στα κλαδιά της και δεν φαινόταν να έχει περάσει και πολλή ώρα από τη στιγμή που είχε φύγει.
Ο Σινού έκατσε απελπισμένος κάτω στο χώμα. Του είχε πει ψέματα η νεράιδα παρόλο το καλό που της έκανε! Και το κλειδί το είχε αφήσει στην πόρτα στην πίσω πλευρά της βελανιδιάς και τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Ξαφνικά όμως πετάχτηκε όρθιος.
-Ο δρόμος είναι ένας. Ναι!!! φώναξε.
-Έτσι είναι. Δεν χρειάζεται ούτε κλειδί ούτε κάστρο ούτε βασίλειο των παραμυθιών.

Το βασίλειο των παραμυθιών είναι μέσα στην ψυχή των παιδιών και τα παιδιά, μέχρι να μεγαλώσουν, ζουν μέσα σ’ αυτό. Τόσα χρόνια ζούσε μέσα στο βασίλειο και δεν το ήξερε. Θα το καταλάβαινε όταν θα μεγάλωνε ότι έτσι ήταν.
-Έτσι είναι, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή και ένα φτερούγισμα που έφυγε μακριά…
Μια φορά κι ένα καιρό…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου